Τη συζήτηση για τη μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, με ορίζοντα τις 32 ή τις 35 ώρες και χωρίς μείωση αποδοχών, ανοίγει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, με αφορμή την εργατική Πρωτομαγιά και την έναρξη της απαιτητικής τουριστικής περιόδου.
Σε ανάρτησή του, ο Νίκος Ανδρουλάκης συνδέει το ζήτημα του χρόνου εργασίας με την παραγωγικότητα, την ποιότητα ζωής και τη δημογραφική προοπτική, θέτοντας το ερώτημα «τι αξία δίνουμε σήμερα στην εργασία». Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ασκεί κριτική στο υφιστάμενο παραγωγικό μοντέλο, το οποίο χαρακτηρίζει «παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας», υποστηρίζοντας ότι εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο «χαμηλών επενδύσεων, χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλών μισθών, περιορισμένης καινοτομίας και διαρκούς στασιμότητας».
«Ήρθε η ώρα να τον τερματίσουμε», σημειώνει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υπογραμμίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ ανοίγει τη συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας, με κίνητρα για εφαρμογή προγραμμάτων 32 ή 35 ωρών την εβδομάδα, με πλήρεις αποδοχές.
Κατά τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, το 35ωρο «δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό μέτρο», αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως «μοχλός αύξησης της παραγωγικότητας», υπό την προϋπόθεση καλύτερης οργάνωσης της εργασίας, ενίσχυσης δεξιοτήτων και αξιοποίησης της τεχνολογίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, επαναφέρει τον στόχο που, όπως αναφέρει, έθεσε το ΠΑΣΟΚ από το βήμα της ΔΕΘ: αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας από το 56% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στο 75% έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης εξαπολύει επίθεση και κατά της κυβέρνησης, κατηγορώντας την ότι «δεν πιστεύει και δεν μπορεί να υλοποιήσει» τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Όπως υποστηρίζει, η κυβέρνηση Μητσοτάκη προχώρησε σε «περαιτέρω εντατικοποίηση και απορρύθμιση» με την εξαήμερη εργασία και το 13ωρο, ενώ δεν αξιοποίησε κρίσιμα εργαλεία, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, για την αναβάθμιση της εργασίας.
«Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο από κάθε άλλο λαό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράγουν λίγο πάνω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου και διαθέτουν τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη», αναφέρει, υποστηρίζοντας ότι οι ανισότητες αυτές «δεν είναι σύμπτωση», αλλά αποτέλεσμα ενός μοντέλου που «επιλέγει την απαξίωση της εργασίας αντί για την αναβάθμισή της».
Καταλήγοντας, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θέτει το δίλημμα ως «βαθιά πολιτικό και κοινωνικό»: αν η χώρα θα συνεχίσει να ανακυκλώνει την «παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας» ή αν θα επενδύσει πραγματικά στην αξία της εργασίας.
Η ανάρτηση του Νίκου Ανδρουλάκη
«Καθώς χιλιάδες εργαζόμενοι μπαίνουν ήδη στους απαιτητικούς ρυθμούς της τουριστικής σεζόν, και με την Εργατική Πρωτομαγιά να πλησιάζει, το ερώτημα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ: τι αξία δίνουμε σήμερα στην εργασία;
Θα συνεχίσουμε να τη μετράμε με ατέλειωτες εργατοώρες, πίεση και εξάντληση ή θα τη συνδέσουμε με την ποιότητα, την παραγωγικότητα, την προοπτική και την αξιοπρέπεια;
Όταν η καθημερινότητα των εργαζομένων δεν αφήνει χώρο ούτε για τον στοιχειώδη σχεδιασμό ζωής, πώς μπορούμε να μιλάμε για δημογραφική αναγέννηση; Πώς μπορούν οι νέοι να γίνουν κύριοι του μέλλοντός τους;
Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ είναι σαφής.
Το υπόδειγμα της φθηνής και εξαντλητικής εργασίας δεν είναι απλώς ξεπερασμένο – συνιστά παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας. Εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο: χαμηλές επενδύσεις, χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλοί μισθοί, περιορισμένη καινοτομία και διαρκής στασιμότητα.
Ένας κύκλος που στερεί προοπτική, ιδιαίτερα από τη νέα γενιά.
Ήρθε η ώρα να τον τερματίσουμε. Γι’ αυτό, ανοίγουμε τη συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας. Η τετραήμερη εργασία κερδίζει έδαφος σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο τη μείωση των ωρών χωρίς μείωση μισθού και τη βελτίωση της ισορροπίας ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική ζωή.
Προτείνουμε κίνητρα για την εφαρμογή προγραμμάτων 32 ή 35 ωρών εργασίας την εβδομάδα, με πλήρεις αποδοχές. Γιατί το 35ωρο δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό μέτρο, μπορεί να γίνει μοχλός αύξησης της παραγωγικότητας.
Όταν η εργασία οργανώνεται καλύτερα, όταν ενισχύονται οι δεξιότητες και αξιοποιείται η τεχνολογία, η απόδοση ανά ώρα αυξάνεται και η οικονομία γίνεται πιο αποτελεσματική συνολικά.
Αυτό θέσαμε ως εθνική προτεραιότητα από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης: να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας από το 56% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στο 75% έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Για να το πετύχουμε, χρειάζονται ουσιαστικές αλλαγές: ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων, καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης, ποιοτικές επενδύσεις στην έρευνα και την τεχνολογία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν πιστεύει και δεν μπορεί να υλοποιήσει αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Αντιθέτως, προχώρησε σε περαιτέρω εντατικοποίηση και απορρύθμιση με τη θέσπιση της εξαήμερης εργασίας και του 13ωρου.
Δεν αξιοποίησε κρίσιμα εργαλεία, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και την αναβάθμιση της εργασίας. Αναπαράγει το αποτυχημένο δόγμα ότι η ευημερία της οικονομικής ελίτ αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση, ώστε ο πλούτος να “στάξει” τελικά προς την κοινωνία.
Οι επιπτώσεις είναι ορατές: ενώ οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο από κάθε άλλο λαό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράγουν λίγο πάνω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου και διαθέτουν τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη.
Επιπλέον, τα κέρδη ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, ενώ το μερίδιο των μισθών από τα χαμηλότερα. Αυτές οι ανισότητες δεν είναι σύμπτωση. Αποτελούν σύμπτωμα ενός μοντέλου που επιλέγει την απαξίωση της εργασίας αντί για την αναβάθμισή της.
Το δίλημμα, λοιπόν, είναι καθαρό και δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Θα συνεχίσουμε να ανακυκλώνουμε την παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας ή θα τολμήσουμε να αλλάξουμε κατεύθυνση; Θα επενδύσουμε πραγματικά στην αξία της εργασίας ή θα συνεχίσουμε να την απαξιώνουμε;
Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε ως το κίνημα των ανθρώπων του μόχθου και της παραγωγής – και έτσι παραμένει. Με καθαρή δέσμευση: μια καλύτερη ζωή για τον κόσμο της εργασίας, για να βάλουμε τέλος στον φαύλο κύκλο των χαμηλών προσδοκιών. Για μια Ελλάδα για όλους, με προτεραιότητα τη νέα γενιά».
Πηγή: www.newsit.gr

