Μια υπέροχη ιστορία αγάπης μπορεί να αρχίσει από μια παρεξήγηση. Όταν ο Μιγκέλ (Χαβιέρ Μπαρδέμ) γνώρισε τη Σοφία (Πενέλοπε Κρουθ), εκείνη του εξομολογήθηκε κάτι που την είχε σημαδέψει όταν τον είδε στο πρώτο τους ραντεβού να δακρύζει. Η «ευαισθησία» του την κέρδισε. Χρόνια αργότερα, η αφήγηση αυτής της πρώτης συνάντησης εξακολουθεί να προσφέρει στο ζευγάρι μια συγκινητική ιστορία για να μοιράζεται με τους άλλους, αλλά πλέον με την την πεζή της εξήγηση: Τα δάκρυα δεν ήταν από ευαισθησία· ήταν αλλεργικός στις γάτες της. Τα δάκρυα ήταν πραγματικά, δεν έσταζε κολλύριο όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη στα γκρο-πλαν, αλλά το νόημα που τους έδωσε εκείνη ήταν αποκλειστικά η δική της ανάγκη να ερωτευτεί κάτι που χρειαζόταν περισσότερο: την ανθρωπιά και όχι τον άνθρωπο. Η αποκάλυψη της αλλεργίας μπορεί να ακουστεί ως χαριτωμένη απομυθοποίηση, μέσα της υπάρχει, όμως, και μια ανισότητα. Εκείνος έχει τη δυνατότητα να αφηγείται ως αστείο μια στιγμή που για εκείνη υπήρξε θεμέλιο της κοινής τους ζωής.
Σε αυτή τη μικρή απόσταση ανάμεσα στο γεγονός και στην ερμηνεία του εγκαθίσταται το «Bunker» του εξαίρετου σύγχρονου θεατρικού συγγραφέα Φλοριάν Ζέλερ. Η αρχική ιστορία περιέχει ήδη το ερώτημα που θα διαπεράσει την ταινία: πόσο καλά γνωρίζουμε τον άνθρωπο που αγαπάμε και πόσο έχουμε αγαπήσει την εκδοχή του που χρειαζόμασταν;
Ο Χαβιέρ Μπαρδέμ υποδύεται έναν επιτυχημένο αρχιτέκτονα και η Πενέλοπε Κρουθ τη Μαδριλένα σύζυγό του, με την οποία έχει εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Η πρόταση να σχεδιάσει ένα πολυτελές υπόγειο καταφύγιο για έναν δισεκατομμυριούχο της τεχνολογίας μεταφέρει μέσα στον γάμο τους τα ερωτήματα που η άνεση της καθημερινότητας επέτρεπε μέχρι τότε να αναβάλλονται, όμως η ασφάλεια, η επιτυχία και η προστασία της οικογένειας αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο για τον καθένα, καθώς η προετοιμασία για μια ενδεχόμενη παγκόσμια καταστροφή αρχίζει να αποκαλύπτει τις ρωγμές μιας ήδη επισφαλούς προσωπικής ισορροπίας.
Κάπου εκεί, ο ξένος, γίνεται πιο ξένος! Το σπίτι τους, με την επιμελημένη αρχιτεκτονική και τη φαινομενική του αυτάρκεια, φέρνει συνειρμικά στον νου τα «Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν Χο. Η σύνδεση αφορά πρωτίστως τον τρόπο με τον οποίο ο χώρος οργανώνει τις κοινωνικές σχέσεις: ποιος δικαιούται να κοιτάζει, ποιος πρέπει να μένει αθέατος, ποια παρουσία θεωρείται εισβολή. Παράλληλα, η κλιμάκωση μιας καθημερινής διαφοράς σε σύγκρουση ευθυνών και υποψιών θυμίζει το δραματουργικό πεδίο του Ασγκάρ Φαραντί. Παρ’ όλες τις συνειρμικές αναφορές που μόλις κατέγραψα, ο Ζέλερ είναι και πάλι original στη σκέψη του και τοποθετεί τους χαρακτήρες του σε ένα περιβάλλον όπου κάθε πρακτικό ζήτημα μπορεί να αποκαλύψει κάτι που οι ίδιοι δυσκολεύονται να διατυπώσουν για τον εαυτό τους.
Η εναλλαγή των γλωσσών (ακούμε ισπανικά και αγγλικά κυρίως ανάμεσα σε άλλες γλώσσες και προφορές) συμμετέχει ουσιαστικά σε αυτή την αποκάλυψη. Τα αγγλικά ανήκουν συχνά στην κοινωνική παρουσία, στην επαγγελματική ευχέρεια, στην εικόνα ενός ζευγαριού που έχει ενταχθεί επιτυχημένα σε ένα διεθνές περιβάλλον. Όταν επιστρέφουν στα ισπανικά, ακούγεται εντονότερα η φθορά της οικειότητας και τα ακατέργαστα συναισθήματα που κατά πολύ απέχουν από την comme il faut εικόνα τους. Η κοινή τους ιστορία, οι μικρές επιθετικότητες, τα παράπονα που δεν χρειάζονται εξήγηση· είναι όλα εκεί. Η μητρική γλώσσα προσφέρει πρόσβαση σε μια εγγύτητα που μπορεί εξίσου να παρηγορεί, όμως με έξυπνα τρικ περισσότερο τραυματίζει.
Δύο κομπλιμέντα αρκούν για να αποκαλυφθεί πόσο διαφορετικά βιώνουν τη θέση τους στον κόσμο. Μια νεαρή γυναίκα πλησιάζει τον Μιγκέλ για να του πει ότι έγραψε τη διπλωματική της εργασία πάνω στο έργο του. Η αναγνώριση επιβεβαιώνει ότι έχει δημιουργήσει κάτι άξιο μελέτης, κάτι που μπορεί να επιβιώσει πέρα από τον ίδιο. Στο ίδιο οικοδόμημα, στην τουαλέτα όμως τώρα και όχι στην καλλιτεχνική έκθεση, η Σοφία, θα ακούσει από μια ηλικιωμένη γυναίκα να της επισημαίνει την ομορφιά της και συγχρόνως της υπενθυμίζει ότι αυτή περνά γρήγορα. Με εκείνον να κορδώνεται σαν γύφτικο σκεπάρνι και εκείνη να καλείται να συνειδητοποιήσει ότι χάνει χρόνο, η ταινία εντοπίζει εδώ μια κοινωνική ανισότητα που εισχωρεί αθόρυβα στον γάμο: η επιτυχία του ενός ανανεώνεται μέσα από το βλέμμα των άλλων, ενώ η αξία της άλλης παρουσιάζεται ως κάτι που υποχωρεί.
Η εμφάνιση του γείτονα (με όσες πιθανές ερμηνείες μπορείτε να φανταστείτε την έννοια του γείτονα) δίνει σε αυτές τις υπόγειες εντάσεις, υλική μορφή. Ανοίγοντας ένα παράθυρο στον τοίχο του «ο ξένος»-«ο απέναντί»-«ο άνθρωπος στο υπόγειο που δεν βλέπει ήλιο», διαταράσσει την προστατευμένη γεωμετρία της ζωής όσων έχουν τα πάντα και ζητάνε «ο χώρος τους να παραμείνει άβατο για τους πλεμπαίους», αυτούς που ίσως αναγνωρίσουν αμεσότερα το «τίποτα» μέσα στο «καθόλου» τους. Για τον Μιγκέλ, το άνοιγμα απειλεί την ιδιωτικότητα· για τον γείτονα, αποτελεί πρόσβαση στο φως. Η αντιπαράθεση αποκτά ενδιαφέρον επειδή η ανάγκη για προσωπικό χώρο είναι κατανοητή, όπως κατανοητή είναι και η ανάγκη να μη ζει κάποιος στο σκοτάδι. Το ηθικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν η άνεση του ενός θεωρείται αυτονόητα σημαντικότερη από την ανάγκη του άλλου.
Η προθυμία του Μιγκέλ να πληρώσει για να κλείσει το παράθυρο φανερώνει πόσο εύκολα το χρήμα μετατρέπει μια διαφωνία δικαιωμάτων σε συναλλαγή. Αν το ζήτημα μπορεί να λυθεί με ένα ικανοποιητικό ποσό (μη δώσει ψίχουλα και τον νομίζουν για φτωχιάρη), εκείνος δεν χρειάζεται να αναθεωρήσει τη θέση του, αρκεί να εξαγοράσει τη συνθήκη που τον ενοχλεί. Η οικονομική δυνατότητα προσφέρει έτσι και μια δυνατότητα ηθικής ακινησίας: επιτρέπει στον άνθρωπο να διατηρεί την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, απομακρύνοντας όσα θα τον υποχρέωναν να την εξετάσει/να την αξιολογήσει.
Το καταφύγιο, από την άλλη, αποτελεί τη μεγέθυνση αυτής της ίδιας λογικής. Η επιθυμία του δισεκατομμυριούχου να επιβιώσει από το τέλος του κόσμου μετατρέπει την αρχιτεκτονική σε υπηρεσία επιλεκτικής σωτηρίας. Η καταστροφή αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα στο οποίο μπορεί να δοθεί ιδιωτική λύση, αρκεί να υπάρχουν αρκετά χρήματα και ο κατάλληλος δημιουργός που είναι πρόθυμος να καταπατήσει την ηθική του όταν το ποσό αποκτήσει περισσότερα μηδενικά στην ουρά του. Η πολυτελής κατακόμβη θυμίζει μια ανάποδη πυραμίδα του μέλλοντος, σχεδιασμένη για κάποιον που θέλει να διατηρήσει τα προνόμιά του ακόμη και όταν ο κόσμος που τα παρήγαγε θα έχει πάψει να υπάρχει. Όλοι Φαραώ και όλοι μούμιες ταυτόχρονα, ψάχνουν εκείνη τη θέση στην ιστορία που οι ίδιοι θα γράψουν!
Η παρουσία του Πολ Ντάνο στον ρόλο του δισεκατομμυριούχου εντάσσεται σε αυτή τη συνάντηση πλούτου, φόβου και ελέγχου. Η θεματική συγγένεια με το «The Brutalist» βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στον αρχιτέκτονα και στον ισχυρό εντολέα του, στην αμφίβολη ελευθερία που προσφέρει μια μεγάλη παραγγελία και στην ευκολία με την οποία το όραμα γίνεται εξάρτηση. Ο Μιγκέλ καλείται να αποφασίσει ποιον κόσμο υπηρετεί με την τέχνη του, την ίδια στιγμή που η επαγγελματική αναγνώριση τον ενθαρρύνει να θεωρεί κάθε σημαντική ανάθεση επιβεβαίωση της αξίας του.
Μέσα σε αυτή την «οικονομία κύρους» εντάσσονται και οι μαύροι πίνακες της έκθεσης. Δεν είναι σχήμα λόγου: είναι μια σειρά από πίνακες που είναι απλά… μαύροι. Οι τίτλοι τους κινητοποιούν εικόνες που το βλέμμα δεν μπορεί να αναγνωρίσει στην επιφάνειά τους. Ο θεατής καλείται να συμπληρώσει, να πιστέψει, να δεχτεί ότι το νόημα βρίσκεται κάπου πέρα από αυτό που βλέπει. Πρόκειται για μια εύστοχη αντανάκλαση της σχέσης του ζευγαριού: η δημόσια αφήγηση δίνει μορφή σε κάτι του οποίου το πραγματικό περιεχόμενο παραμένει δυσπρόσιτο. Ο γάμος, το έργο τέχνης και η επαγγελματική επιτυχία συνοδεύονται από περιγραφές που κινδυνεύουν να υποκαταστήσουν την εμπειρία τους.
Η Σοφία αναζητά σταδιακά μια έξοδο από αυτές τις έτοιμες περιγραφές. Η επαγγελματική επαφή της με έναν νεότερο συγγραφέα, τον οποίο υποδύεται ο Πάτρικ Σβαρτσενέγκερ, δημιουργεί έναν χώρο όπου μπορεί να αισθανθεί ξανά ότι την ακούν και την προσέχουν. Το χαμόγελό της καθώς ανταλλάσσει μηνύματα μαζί του έχει τη σημασία μιας μικρής επιστροφής στον εαυτό της. Η επιθυμία αφορά και την πιθανότητα να γίνει ξανά ενδιαφέρουσα ως πρόσωπο, να αποκτήσει μια ζωή που δεν θα ορίζεται αποκλειστικά από τη θέση της δίπλα σε έναν επιτυχημένο άνδρα. Η ιστορία που ξετυλίγεται στον διάλογο τους με το λανθασμένο κινεζικό τατουάζ προεκτείνει με χιούμορ τον ίδιο προβληματισμό. Μια φράση γραμμένη με μελάνι στο δέρμα μιας φίλης του συγγραφέα που υποτίθεται ότι εξυμνεί τις απεριόριστες δυνατότητες, αποδεικνύεται μια πεζή ανακοίνωση καθυστέρησης πτήσης. Η μονιμότητα του σημαδιού συνυπάρχει με την αστάθεια του νοήματος. Η άρνηση της Σοφίας να χαράξει κάτι οριστικά πάνω της αποκτά έτσι μεγαλύτερο βάρος: έχει ήδη ζήσει αρκετά μέσα σε μια υπόσχεση της οποίας το περιεχόμενο αποδείχθηκε διαφορετικό από εκείνο που πίστευε.
Ο Ζέλερ επιστρέφει διαρκώς σε αυτή τη διαδικασία επανερμηνείας. Η γάτα, που στην αρχή εξηγούσε τα δάκρυα μιας ερωτικής γνωριμίας, με την εξαφάνισή της γίνεται αφορμή υποψίας του γείτονα, που παρ’ ότι έχει δεσμευτεί πως θα κλείσει το παράθυρο του, ακόμα δεν το έχει κάνει. Το παράθυρο γίνεται τραύμα στον τοίχο, η κακότεχνη επιδιόρθωση μαρτυρία ότι η σύγκρουση παραμένει. Οι ήχοι που περνούν μέσα από μια τηλεφωνική επικοινωνία αποκτούν τη δύναμη αποδεικτικού στοιχείου. Σε ένα περιβάλλον ανασφάλειας, κάθε λεπτομέρεια μπορεί να ενταχθεί σε μια απειλητική αφήγηση. Η εμπιστοσύνη φθείρεται και μαζί της φθείρεται η δυνατότητα να θεωρηθεί κάτι απλώς τυχαίο.
Αυτή η πυκνότητα συμβολισμών αποτελεί ταυτόχρονα δύναμη και όριο της ταινίας. Ορισμένα αντικείμενα και περιστατικά μοιάζουν να έχουν τοποθετηθεί με τόσο εμφανή ερμηνευτική πρόθεση, ώστε περιορίζουν την αίσθηση ότι η ζωή μπορεί να ξεφύγει από «το σχέδιο του σεναρίου». Οι Μπαρδέμ και Κρουθ προσφέρουν την απαραίτητη αντίσταση σε αυτή την κατασκευή. Η ακρίβεια της εκφοράς τους έχει θεατρικές ρίζες, ενώ οι παύσεις, οι μικρές μετατοπίσεις του βλέμματος και η ένταση ανάμεσα σε όσα λένε και όσα αποφεύγουν να πουν διατηρούν τους χαρακτήρες ζωντανούς, με φλόγα ακόμα και στην ακινησία τους. Στον κόκκινο τοίχο της κουζίνας, η Κρουθ κουβαλά αναπόφευκτα μια αλμοδοβαρική μνήμη, εδώ όμως η εκφραστικότητά της συναντά διαρκώς την προσπάθεια της Σοφίας να συγκρατηθεί.
Όσο οι ειδήσεις επαναλαμβάνουν την πιθανότητα του τέλους του κόσμου ή της ζωής όπως την ξέραμε. Οι ήρωες καλούνται να αναγνωρίσουν ποια ζωή θέλουν να προστατεύσουν. Ένα καταφύγιο μπορεί να παρατείνει την επιβίωση, αλλά η επιβίωση χρειάζεται ανθρώπους, σχέσεις και λόγους για να αποκτήσει περιεχόμενο. Η επίγνωση ότι «σε εκατό χρόνια κανείς τους δεν θα βρίσκεται εκεί» (φράση που ακούγεται στη δεύτερη προς τρίτη πράξη της ταινίας) μετατοπίζει τελικά το ερώτημα από τη θωράκιση στην επιλογή: σε ποιον αξίζει να δώσουν τον χρόνο που παραμένει (ή παραμένουν);
Η αρχική παρεξήγηση με τα δάκρυα επιστρέφει τότε με διαφορετική βαρύτητα. Ένας έρωτας μπορεί να αρχίσει από κάτι που καταλάβαμε λάθος. Η συνέχισή του απαιτεί να αντέξουμε όσα καταλαβαίνουμε αργότερα, να επιτρέψουμε στον άλλον να υπάρξει πέρα από την ιστορία που γράψαμε γι’ αυτόν. Στο «Bunker», το πιο δύσκολο αρχιτεκτονικό έργο αποδεικνύεται αυτή η δημιουργία χώρου για έναν άνθρωπο που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Ένα παράθυρο παρακαλώ, αρκεί για να μπει φως. Χρειάζεται, όμως, να αποδεχτούμε ότι αν τελικά επιλέξουμε το παράθυρο με τα συμπαρομαρτούντα του, ότι μαζί του θα μπει και ο κόσμος μέσα από αυτό.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
Πηγή: www.ertnews.gr

