Μετά το «Παράθυρο στη Θάλασσα», που είχε επίσης γυριστεί στην Ελλάδα, ο Ισπανός σκηνοθέτης Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ επιστρέφει στη χώρα μας για το «Πάρτυ Γενεθλίων» (Birthday Party), μια διεθνή παραγωγή που γυρίστηκε στην Κέρκυρα και έχει ως πρωταγωνιστή τον Γουίλεμ Νταφόε.
Αν και η ιστορία αντλεί έμπνευση από τη ζωή και τον μύθο του Αριστοτέλη Ωνάση, ο Χιμένεθ αποφεύγει συνειδητά τη βιογραφική προσέγγιση, δημιουργόντας έναν δικό του κινηματογραφικό κόσμο, όπου η εξουσία, η οικογένεια, η απώλεια και η ανάγκη ελέγχου μετατρέπουν μια γιορτή γενεθλίων σε μια νύχτα γεμάτη συγκρούσεις και αποκαλύψεις.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τη συνεργασία του με τον Γουίλεμ Νταφόε, την Ελλάδα, τη μουσική, τις επιρροές του και τον τρόπο με τον οποίο ένας σκηνοθέτης οφείλει να αγαπά τους χαρακτήρες του χωρίς ποτέ να τους κρίνει.
Μετά το «Παράθυρο στη Θάλασσα» επιστρέψατε στην Ελλάδα για ακόμη μία ταινία. Τι σας συνδέει τόσο έντονα με τη χώρα μας;
Νομίζω πως όλα ξεκινούν από έναν άνθρωπο: τον παραγωγό Γιώργο Καρνάβα και τη Heretic. […] Αγαπώ την Ελλάδα και έχουμε δημιουργήσει μια υπέροχη σχέση συνεργασίας. Μετά την πρώτη εμπειρία επιστρέψαμε, αυτή τη φορά στην Κέρκυρα, για να γυρίσουμε το Birthday Party.
Παρότι η ιστορία παραπέμπει ξεκάθαρα στον Αριστοτέλη Ωνάση, δεν επιχειρεί ποτέ να τον μιμηθεί ή να τον κατονομάσει. Πώς βρήκατε αυτή την ισορροπία;
Στην αρχή ο Ωνάσης ήταν μια πολύ ισχυρή αναφορά για μένα. Ο Γουίλεμ όμως επέμενε συνεχώς ότι έπρεπε να ξεχάσουμε αυτή την ιδέα και να δημιουργήσουμε το δικό μας κινηματογραφικό σύμπαν. Τελικά είχε δίκιο. Υπάρχουν φυσικά κοινά στοιχεία, αλλά δεν θέλαμε να κάνουμε μια αναπαράσταση. Θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν αυτόνομο χαρακτήρα.
Η ταινία εκτυλίσσεται σχεδόν ολόκληρη μέσα σε μία νύχτα και σε έναν μόνο χώρο. Πόσο απαιτητικό ήταν αυτό σκηνοθετικά;
Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες που εξελίσσονται σε έναν τόπο και σε μία μόνο χρονική περίοδο. Για μένα η έπαυλη λειτουργεί σαν ένα πανέμορφο κλουβί. Στην αρχή μοιάζει με παράδεισο, όμως όσο περνά η νύχτα μετατρέπεται σταδιακά σε εφιάλτη. Παράλληλα έπρεπε να οργανώσουμε τεράστιες χορογραφημένες σκηνές με δεκάδες ηθοποιούς και κομπάρσους να μπαίνουν και να βγαίνουν από το κάδρο. Ήταν μια μοναδική εμπειρία.

Η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στην αφήγηση. Γιατί επιλέξατε τόσο έντονα ελληνικά μουσικά στοιχεία αλλά και το «Don’t Let Me Be Misunderstood» στους τίτλους τέλους;
Ήθελα η μουσική να έχει έντονη ελληνική ταυτότητα. Με τους συνθέτες αναζητήσαμε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις μέχρι να βρούμε τον δικό μας ήχο. Όσο για το «Don’t Let Me Be Misunderstood», είναι ουσιαστικά η τελευταία προσπάθεια του ήρωα να εξηγήσει τον εαυτό του. Είναι μια ποιητική κατάληξη της ιστορίας του.
Ποιες κινηματογραφικές επιρροές σας ακολούθησαν περισσότερο σε αυτή την ταινία;
Σίγουρα ο Γατόπαρδος. Ο Νονός. Ο Ελαφοκυνηγός. Αγαπώ ιδιαίτερα και το The Chase του Άρθουρ Πεν. Όλες αυτές οι ταινίες υπήρχαν μέσα μου, όμως στόχος ήταν να δημιουργήσουμε τελικά κάτι απολύτως δικό μας.
Η σκηνή με τους παπαράτσι είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της ταινίας. Γιατί ήταν τόσο σημαντική;
Χρειαζόμασταν διαρκώς την αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθεί τον ήρωα. Ταυτόχρονα, εκείνη η στιγμή αποκαλύπτει και τη δύναμή του. Δεν χρειάζεται να καταστρέψει έναν άνθρωπο για να δείξει την εξουσία του, αρκεί να σπάσει μια κάμερα (άρα να τον αποκόψει από το εσταντανέ της ζωής του).
Η φράση «Είμαστε ο χρόνος που μας απομένει» συνοψίζει τη φιλοσοφία της ταινίας;
Η φράση ανήκει στον χαρακτήρα του Μαρκήσιου και προέκυψε από μια ιδέα του ηθοποιού Φρανθίσκο Γκαρίδο. Εκφράζει έναν άνθρωπο που γνωρίζει πως πλησιάζει προς το τέλος και προσπαθεί απεγνωσμένα να συνεχίσει να απολαμβάνει τη ζωή.
Δείτε το trailer:
Το καστ προέρχεται από πολλές διαφορετικές χώρες. Ποια ήταν η κοινή γλώσσα της συνεργασίας;
Ήταν ίσως το δυσκολότερο αλλά και το πιο όμορφο κομμάτι της παραγωγής. Γίναμε πραγματικά μια οικογένεια. Οι πρωταγωνιστές έπαιζαν συχνά σαν κομπάρσοι, οι κομπάρσοι είχαν τεράστια σημασία και όλοι συνεργάζονταν ισότιμα. Οι συνεργάτες της Κέρκυρας βοήθησαν επίσης πάρα πολύ ώστε να δημιουργηθεί αυτή η αίσθηση κοινότητας.
Ο χαρακτήρας του γιατρού είναι ίσως ο πιο ηθικός χαρακτήρας της ιστορίας. Γιατί ήταν τόσο σημαντικός;
Ήθελα να υπάρχει ένας πραγματικά καθαρός άνθρωπος μέσα σε αυτό το σύμπαν. Είναι ένας άνθρωπος με αξιοπρέπεια. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να συμμετάσχει στα παιχνίδια εξουσίας και τελικά ακολουθεί τη συνείδησή του.
Τι περιμένετε από το ελληνικό και το διεθνές κοινό;
Δεν σκέφτομαι ποτέ ιδιαίτερα το κοινό όσο γυρίζω μια ταινία, απλώς εύχομαι να την απολαύσουν. Ελπίζω οι Έλληνες να αισθανθούν περήφανοι για την ατμόσφαιρα και τους χαρακτήρες της και οι διεθνείς θεατές να ανακαλύψουν κάτι ξεχωριστό μέσα σε αυτή την ιστορία.

Συνεργάζεστε εκ νέου με την Έμα Σουάρεθ. Τι έφερε η ίδια αυτή τη φορά στον ρόλο της;
Η Έμα είναι μια εξαιρετικά γενναία ηθοποιός. Στην ταινία υποδύεται μια γυναίκα βαθιά ερωτευμένη με τον ήρωα του Γουίλεμ Νταφόε, η οποία ανέχεται πολλά στο όνομα της αγάπης. Πλέον είμαστε πολύ καλοί φίλοι και η συνεργασία μας ήταν πραγματικά εύκολη και δημιουργική.
Θυμάστε την πρώτη σας γνωριμία με τον Γουίλεμ Νταφόε;
Ήταν μέσω του Γιώργου Καρνάβα. Εκείνος του πρότεινε το σενάριο. Ο Γουίλεμ δεν γνώριζε τη δουλειά μου, οπότε είδε πρώτα τις προηγούμενες ταινίες μου. Όταν μου είπε το «ναι», ένιωσα σαν να έδινα εξετάσεις κινηματογράφου. Είχα όμως προετοιμαστεί πολύ καλά και από τις πρώτες ημέρες των γυρισμάτων ένιωσα ότι άρχισε να με εμπιστεύεται.
Υπάρχει κάποια προσωπική ανάμνηση από τα γυρίσματα που κρατάτε περισσότερο;
Θυμάμαι τον Γουίλεμ να κάνει πρόβες του ελληνικού χορού σε ένα γυμναστήριο στην Κέρκυρα μαζί με τη χορογράφο. Προετοιμαζόταν ασταμάτητα. Ήταν μαγικό να βλέπεις πόσο αφοσιωμένος είναι στη δουλειά του.

Προσπαθείτε ποτέ να κρίνετε τους χαρακτήρες σας;
Ποτέ. Πρέπει να είσαι μαζί τους. Όχι απέναντί τους. Αυτό είναι κάτι που μου υπενθυμίζει διαρκώς και ο Γουίλεμ Νταφόε: να είσαι παρών στη στιγμή, να αντιδράς σε ό,τι συμβαίνει μπροστά σου και όχι να σκέφτεσαι συνεχώς τι θέλεις να αποδείξεις.
Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει σε ένα πάρτι γενεθλίων. Υπάρχει κάποια προσωπική σας ανάμνηση από γιορτινή ημέρα γενεθλίων που σας έρχεται στο μυαλό;
Όχι από ένα πάρτι σαν αυτό της ταινίας. Μου θυμίζει περισσότερο τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, εκεί όπου όλοι μιλούν μεταξύ τους αλλά ταυτόχρονα κοιτάζουν διαρκώς γύρω τους μήπως εμφανιστεί κάποιος πιο σημαντικός παραγωγός ή κάποιος από μια μεγάλη πλατφόρμα. Αυτή η ατμόσφαιρα με κουράζει. Χρειαζόμαστε το networking, αλλά δεν μου αρέσει όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον ως μέσο για να πετύχουν κάτι.
Ποια ταινία σας έκανε να θέλετε να γίνετε σκηνοθέτης;
Δύσκολο να διαλέξω μόνο μία. Θα έλεγα όμως τον «Ελαφοκυνηγό». Παραμένει μία από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές εμπειρίες της ζωής μου.
Για τον Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ, το «Πάρτυ Γενεθλίων» εμπνέεται από τον Αριστοτέλη Ωνάση αλλά ουσιαστικά είναι μια μελέτη πάνω στην εξουσία, στην ανάγκη του ανθρώπου να ελέγχει τους άλλους και, τελικά, στην αδυναμία του να ελέγξει τον ίδιο του τον εαυτό.
Με φόντο την Ελλάδα και με έναν Γουίλεμ Νταφόε απόλυτα αφοσιωμένο στη δημιουργία ενός αυθύπαρκτου χαρακτήρα, ο Ισπανός δημιουργός παραδίδει ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στο οικογενειακό δράμα, την πολιτική αλληγορία και την τραγωδία, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι ο σκηνοθέτης οφείλει πρώτα να κατανοήσει τους ήρωές του και μόνο τότε να τους αφηγηθεί στο κοινό.

Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
Πηγή: www.ertnews.gr

