Οι χανταϊοί (hantaviruses) αποτελούν μια σημαντική ομάδα ζωονοσογόνων ιών που συνεχίζει να απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα και τη δημόσια υγεία.
Παρότι οι λοιμώξεις που προκαλούν είναι σχετικά σπάνιες, ορισμένες μορφές της νόσου δύνανται να εμφανίσουν σοβαρή κλινική εικόνα και υψηλή θνησιμότητα.
«Η στενή σχέση των ιών αυτών με το φυσικό περιβάλλον και τους ζωικούς ξενιστές τους, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες συνθήκες μετακίνησης και συγχρωτισμού των πληθυσμών, αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης, της πρόληψης και της επιδημιολογικής επιτήρησης», επισημαίνουν οι Θεόφιλος Σαχινίδης, Διευθυντής Παθολόγος – Υπεύθυνος Τμήματος Διεθνών Ασθενών, Αικατερίνη Μερεντίτη, Νικόλαος Νταλέκος, Χρήστος Ροθώνης, Τμήμα Διεθνών Ασθενών του Metropolitan Hospital, οι οποίοι παρακάτω αναφέρονται σε όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τους χανταϊούς:
Τρόποι μετάδοσης
Η συχνότερη οδός μετάδοσης είναι η εισπνοή αερολυματοποιημένων σωματιδίων από ούρα, κόπρανα και σάλιο μολυσμένων τρωκτικών. Η λοίμωξη στον άνθρωπο δηλαδή αποτελεί συνήθως ζωονοσογόνο μετάδοση από τον φυσικό ξενιστή μετά από έκθεση σε περιβάλλοντα επιμολυσμένα με εκκρίσεις τρωκτικών, ιδιαίτερα σε κλειστούς ή ανεπαρκώς αεριζόμενους χώρους, όπως αποθήκες, στάβλους, αγροτικές κατοικίες και γεωργικές εγκαταστάσεις.
Τα δήγματα τρωκτικών, καθώς και η κατανάλωση επιμολυσμένων τροφίμων ή ύδατος αποτελούν σπανιότερους μηχανισμούς διασποράς, ενώ σε αντίθεση με τους περισσότερους hantaviruses, για τους οποίους δεν έχει τεκμηριωθεί μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο έπειτα και από τη μεγάλη συστηματική ανασκόπηση του 2021/22, ο Andes virus (ANDV) έχει συσχετισθεί με σπάνια διαπροσωπική μετάδοση μετά από στενή και παρατεταμένη επαφή, κυρίως κατά τη διάρκεια της πρώιμης συμπτωματικής φάσης.
Γεωγραφική κατανομή
Η γεωγραφική κατανομή των λοιμώξεων από hantaviruses αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την κατανομή των ειδικών τρωκτικών-ξενιστών τους, γεγονός που υποστηρίζει τη μακροχρόνια συνεξελικτική σχέση μεταξύ των hantaviruses και των φυσικών τους δεξαμενών.
Στατιστικά στοιχεία
Οι λοιμώξεις από hantavirus είναι σχετικά σπάνιες σε παγκόσμιο επίπεδο, ωστόσο συνδέονται με ποσοστό θνησιμότητας που κυμαίνεται από <1% έως 15% στην Ασία και την Ευρώπη και μπορεί να φθάνει έως και το 50% στην αμερικανική ήπειρο. Σε παγκόσμια κλίμακα, εκτιμάται ότι καταγράφονται ετησίως από 10.000 έως περισσότερες από 100.000 λοιμώξεις, με το μεγαλύτερο επιδημιολογικό φορτίο να εντοπίζεται στην Ασία και την Ευρώπη.
Στην Ανατολική Ασία, και ιδιαίτερα στην Κίνα και στη Δημοκρατία της Κορέας, ο αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο (HFRS) εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε πολλές χιλιάδες περιστατικά ετησίως, αν και η επίπτωση της νόσου έχει μειωθεί σημαντικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες.
Οι λοιμώξεις από HFRS χαρακτηρίζονται κυρίως από νεφρική και αγγειακή προσβολή, ενώ η θνητότητα κυμαίνεται περίπου μεταξύ 1% και 15%, ανάλογα με το υπεύθυνο στέλεχος και τη βαρύτητα της νόσου.
Στην Ευρώπη αναφέρονται κάθε χρόνο αρκετές χιλιάδες περιστατικά, κυρίως στις βόρειες και κεντρικές περιοχές όπου κυκλοφορεί ο ιός Puumala. Αντίθετα, στην αμερικανική ήπειρο το καρδιοπνευμονικό σύνδρομο από hantavirus (HCPS) είναι σημαντικά σπανιότερο, με μερικές εκατοντάδες περιστατικά να καταγράφονται ετησίως.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουν αναφερθεί συνολικά λιγότερα από 1.000 περιστατικά, ενώ χώρες της Νότιας Αμερικής, όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Χιλή και η Παραγουάη, καταγράφουν μικρό αριθμό περιστατικών κάθε έτος.
Παρά τη χαμηλότερη επίπτωση, το HCPS, που προκαλείται κυρίως από τον ιό SNV, χαρακτηρίζεται από υψηλό ποσοστό θνητότητας, συνήθως μεταξύ 20% και 40%, γεγονός που το καθιστά νόσημα μείζονος σημασίας για τη δημόσια υγεία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ιός Andes (ANDV), ο οποίος είναι ενδημικός κυρίως στη Νότια Αμερική και σχετίζεται με υψηλή θνησιμότητα στο πλαίσιο του HCPS, με το case fatality rate να εκτιμάται περίπου στο 35–40%.
Το πρόσφατο επιδημικό επεισόδιο λοίμωξης από ANDV που καταγράφηκε σε επιβατηγό κρουαζιερόπλοιο στον Νότιο Ατλαντικό, με πολλαπλά επιβεβαιωμένα κρούσματα και θανάτους, αναδεικνύει τον σημαντικό επιδημιολογικό κίνδυνο μετάδοσης σε ταξιδιωτικά περιβάλλοντα υψηλού συγχρωτισμού.
Πνευμονικό Σύνδρομο Hantavirus (Hantavirus Pulmonary Syndrome – HPS)
Το πνευμονικό σύνδρομο Hantavirus (Hantavirus Pulmonary Syndrome – HPS) είναι μια σοβαρή και δυνητικά θανατηφόρα νόσος που προσβάλλει τους πνεύμονες. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως από 1 έως 8 εβδομάδες μετά την επαφή με μολυσμένο τρωκτικό. Τα πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν κόπωση, πυρετό και μυαλγίες, ιδιαίτερα στις μεγάλες μυϊκές ομάδες, όπως οι μηροί, οι γοφοί, η ράχη και ορισμένες φορές οι ώμοι.
Περίπου οι μισοί ασθενείς εμφανίζουν επίσης κεφαλαλγία, ζάλη, ρίγη και γαστρεντερικές διαταραχές, όπως ναυτία, έμετο, διάρροια και κοιλιακό άλγος.
Τέσσερις έως δέκα ημέρες μετά την αρχική φάση της νόσου εμφανίζονται τα όψιμα συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν βήχα και δύσπνοια. Οι ασθενείς μπορεί να αισθάνονται θωρακική σύσφιγξη, καθώς οι πνεύμονες κατακλύζονται από υγρό. Το HPS μπορεί να αποβεί θανατηφόρο, καθώς περίπου το 38% των ασθενών που αναπτύσσουν αναπνευστικά συμπτώματα καταλήγουν από τη νόσο.
Αιμορραγικός Πυρετός με Νεφρικό Σύνδρομο (Hemorrhagic Fever with Renal Syndrome – HFRS)
Ο αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο (Hemorrhagic Fever with Renal Syndrome – HFRS) είναι μια σοβαρή και ενίοτε θανατηφόρα νόσος που προσβάλλει τους νεφρούς. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως εντός 1 έως 2 εβδομάδων μετά την έκθεση, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθούν έως και 8 εβδομάδες αργότερα.
Η νόσος ξεκινά αιφνίδια με έντονη κεφαλαλγία, οσφυαλγία και κοιλιακό άλγος, πυρετό με ρίγη, ναυτία και θάμβος όρασης. Οι ασθενείς ενδέχεται να παρουσιάσουν ερυθρότητα του προσώπου, φλεγμονή ή υπεραιμία των οφθαλμών και εξάνθημα. Στα μεταγενέστερα στάδια μπορεί να εμφανιστούν υπόταση, οξύ κυκλοφορικό shock, αγγειακή διαρροή με εσωτερικές αιμορραγίες και οξεία νεφρική ανεπάρκεια, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπερφόρτωση υγρών.
Η βαρύτητα της νόσου εξαρτάται από το στέλεχος του ιού· οι λοιμώξεις από τους ιούς Hantaan και Dobrava προκαλούν συνήθως σοβαρή νόσο με θνησιμότητα 5–15%, ενώ οι λοιμώξεις από τους ιούς Seoul, Saaremaa και Puumala είναι συνήθως ηπιότερες, με θνητότητα μικρότερη του 1%. Η πλήρης ανάρρωση μπορεί να απαιτήσει από αρκετές εβδομάδες έως και μήνες.
Θεραπεία
Δεν υφίσταται ειδική αιτιολογική θεραπεία για τη λοίμωξη από hantavirus. Η αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως σε υποστηρικτική αγωγή, όπως επαρκής ανάπαυση, σωστή ενυδάτωση και συμπτωματική θεραπεία.
Το Πνευμονικό Σύνδρομο από Hantavirus (HPS) μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια, γι’ αυτό ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, όπως ενδοτραχειακή διασωλήνωση.
Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την τοποθέτηση σωλήνα στην τραχεία μέσω του στόματος, ώστε να διασφαλίζεται η επαρκής παροχή οξυγόνου.
Ο αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο (HFRS) μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη νεφρική λειτουργία. Σε σοβαρές περιπτώσεις, ενδέχεται να απαιτηθεί αιμοκάθαρση για την απομάκρυνση άχρηστων και τοξικών προϊόντων από την κυκλοφορία του αίματος, καθώς και για τη ρύθμιση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών του οργανισμού.
«Ο χανταϊός εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο, παρά τη σχετικά χαμηλή συχνότητα εμφάνισης ορισμένων μορφών της νόσου. Η γεωγραφική κατανομή των διαφορετικών στελεχών, η ποικιλία των κλινικών εκδηλώσεων και η υψηλή θνησιμότητα που συνοδεύει ορισμένα σύνδρομα, όπως το HCPS, υπογραμμίζουν την ανάγκη για συνεχή επιδημιολογική επιτήρηση, έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης.
Παράλληλα, η αυξανόμενη αλληλεπίδραση του ανθρώπου με φυσικά οικοσυστήματα και οι συνθήκες συγχρωτισμού σε ταξιδιωτικά ή αστικά περιβάλλοντα ενδέχεται να ευνοήσουν την εμφάνιση νέων επιδημιολογικών επεισοδίων.
Η ενίσχυση της ενημέρωσης των επαγγελματιών υγείας και του γενικού πληθυσμού, η βελτίωση των συστημάτων δημόσιας υγείας και η προώθηση της επιστημονικής έρευνας γύρω από τους χανταϊούς (hantaviruses) αποτελούν βασικούς άξονες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου στο μέλλον.
Μέσα από τη διεθνή συνεργασία και τη συνεχή μελέτη των ιών αυτών, καθίσταται δυνατή η καλύτερη κατανόηση της παθογένειας, της μετάδοσης και των τρόπων περιορισμού των επιπτώσεών τους στην ανθρώπινη υγεία», καταλήγουν οι ειδικοί.
*Το Παθολογικό Τμήμα του Metropolitan Hospital αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες του νοσοκομείου, στελεχωμένο από 15 ομάδες Ειδικών Παθολόγων, καθεμία με εξειδίκευση σε διαφορετικό τομέα της Εσωτερικής Παθολογίας. Το εύρος των υπηρεσιών του καλύπτει πεδία όπως η Λοιμωξιολογία, η Διαβητολογία και η Ταξιδιωτική Ιατρική, με έμφαση όχι μόνο στην αντιμετώπιση της νόσου αλλά και στη συνολική αξιολόγηση και φροντίδα της υγείας του ασθενούς.
Παράλληλα, το Τμήμα Διεθνών Ασθενών επικεντρώνεται στην ολοκληρωμένη υποστήριξη ατόμων που ταξιδεύουν στη χώρα μας, είτε πρόκειται για ασθενείς που αντιμετωπίζουν οξέα ή χρόνια προβλήματα υγείας και χρειάζονται νοσηλεία ή εξωνοσοκομειακή ιατρική παρακολούθηση, είτε για άτομα που αναζητούν εξειδικευμένη συμβουλευτική ιατρική φροντίδα.
Η καινοτόμος προσέγγιση του τμήματος βασίζεται στη συνολική διαχείριση του διεθνούς ασθενούς σε κάθε στάδιο της παραμονής του στην Ελλάδα, από την άφιξή του στη χώρα έως και την ασφαλή επιστροφή του στον τόπο προέλευσής του.
Πηγή: www.newsit.gr

