Το θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ ετοιμάζει για τη νέα θεατρική περίοδο μια παράσταση που αγγίζει ένα από τα πιο επικίνδυνα και διαρκώς επίκαιρα ερωτήματα της ανθρώπινης Ιστορίας: μπορεί η βία να νομιμοποιηθεί; Και αν ναι, από ποιον και με ποιο τίμημα;
Η νέα παραγωγή φέρνει επί σκηνής δύο εμβληματικές και ακραία συγκρουσιακές μορφές: τον Ζαν-Πολ Μαρά, τη φλογισμένη φωνή της Γαλλικής Επανάστασης, και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, τον σκοτεινό υπερασπιστή της απόλυτης ατομικής επιθυμίας. Ανάμεσά τους δεν στήνεται απλώς μια ιδεολογική αντιπαράθεση — στήνεται μια δίκη της βίας: της επαναστατικής, της κρατικής, της βίας που γίνεται στο όνομα του λαού ή της σωτηρίας.
Ο Μαρά υπερασπίζεται την Ιστορία ως καθήκον: όταν οι θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί καταπίεσης, η ρήξη δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Ο Σαντ αποκαλύπτει το σκοτεινό κενό κάθε μεγάλης ιδέας που ζητά ανθρώπινες θυσίες. Η ερώτησή του είναι δηλητηριώδης: ποιος δίνει στον επαναστάτη το δικαίωμα να γίνει δήμιος;
Ένα τραπέζι μετά τη γιορτή και πριν από τη σφαγή
Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ένα τραπέζι φορτωμένο με αποφάγια και πατημένες φράουλες — σημάδια από συμπόσιο και από έγκλημα. Εκεί η Επανάσταση δεν συζητιέται αφηρημένα. Σερβίρεται. Τεμαχίζεται. Καταναλώνεται. Το «Μενού της Επανάστασης» είναι η σκληρή μεταφορά ενός κόσμου όπου κάθε πολιτικό πάθος μπορεί να καταλήξει ανθρωποφαγία.

Η Σαρλότ Κορντέ εμφανίζεται ως πρόσωπο-σύνορο ανάμεσα στην πολιτική πράξη και το έγκλημα: όταν κάποιος σκοτώνει έναν πιστεύοντας ότι σώζει χιλιάδες, είναι δολοφόνος, μάρτυρας ή το πιο τραγικό εργαλείο μιας εποχής που έχασε τη γλώσσα της;

Η παράσταση κινείται ανάμεσα στο πολιτικό θέατρο, τη μαύρη ειρωνεία και το σύγχρονο δημόσιο debate. Οθόνες με ιστορικά πρόσωπα που σφράγισαν τη σχέση βίας και επανάστασης — Λένιν, Τσε, Μαχάτμα Γκάντι, Νέλσον Μαντέλα, Μάλκολμ Χ, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Γκέμπελς— λειτουργούν ως σχόλιο στη σημερινή συνθήκη: ζούμε σε έναν κόσμο όπου η βία δεν κρύβεται πια, αλλά προβάλλεται, αναπαράγεται και δικαιολογείται ανάλογα με το ποιος την ασκεί και ποιος την αφηγείται.
Στο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ, έναν χώρο που έχει συνδέσει την πορεία του με την καλλιτεχνική έρευνα και τη σκηνική τόλμη, η νέα παραγωγή διεκδικεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως παράσταση, αλλά ως αφορμή δημόσιας συζήτησης. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η βία μας σοκάρει — είναι πότε αρχίζουμε να τη δικαιολογούμε. Και κυρίως: ποιος κάθεται στο τραπέζι, ποιος σερβίρει και ποιος τελικά καταβροχθίζεται.

Ακολουθεί αναλυτική συνέντευξη του σκηνοθέτη, Νίκου Καμτσή στο ΕΡΤnews:
Πώς γεννήθηκε η ιδέα να φέρετε τον Μαρά και τον Σαντ στο ίδιο τραπέζι — τι σας τράβηξε σε αυτή την αντιπαράθεση;
Η ιδέα γεννήθηκε από μια απορία που με ακολουθεί χρόνια: γιατί οι άνθρωποι, ενώ μιλούν για ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα, καταλήγουν τόσο συχνά στη βία για να τις επιβάλουν; Ο Μαρά και ο Σαντ μπορούσαν να συγκρουστούν πάνω σε αυτό σχεδόν εκρηκτικά. Ο Μαρά πιστεύει ότι η κοινωνία πρέπει να αλλάξει και ότι η αδικία δεν αντιμετωπίζεται με καλές προθέσεις. Ο Σαντ δυσπιστεί απέναντι στα μεγάλα ιδανικά και υποψιάζεται πίσω τους την επιθυμία για εξουσία και κυριαρχία. Δεν ήθελα όμως μια ιστορική αναπαράσταση του 1793. Ήθελα ένα πείραμα για το σήμερα. Γι’ αυτό η δράση μεταφέρεται στο εγκαταλελειμμένο Hôtel des Révolutions Perdues. Έξω μαίνεται μια εξέγερση. Μέσα, ο Μαρά στη μπανιέρα του και ο Σαντ στο τραπέζι του συνεχίζουν μια αντιπαράθεση που μοιάζει να μην τελείωσε ποτέ. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Πειραματιστής, ενώ παρεμβαίνουν η Σιμόν Εβράρ, η Σαρλότ Κορντέ και πρόσωπα της Ιστορίας στις οθόνες. Το 1793 συναντά το σήμερα και ο θεατής αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το πείραμα αφορά και τον ίδιο.
2. Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του «debate» και όχι μια πιο συμβατική δραματουργική αφήγηση;
Γιατί η ίδια η σύγκρουση των επιχειρημάτων έχει θεατρική ένταση. Το debate υποτίθεται ότι είναι ένας πολιτισμένος τρόπος να λύνουμε τις διαφορές μας. Στην πράξη, όμως, πολλά σημερινά debates είναι παράλληλοι μονόλογοι, διακοπές, επιθετικότητα, αγωνία για επικράτηση. Κανείς δεν ακούει πραγματικά τον άλλον. Αυτή την αντίφαση χρησιμοποιούμε και την υπονομεύουμε. Ο Πειραματιστής δεν είναι ουδέτερος συντονιστής. Ο Μαρά και ο Σαντ διακόπτουν, προκαλούν, ειρωνεύονται. Και η πραγματικότητα εισβάλλει στη συζήτηση: η εξέγερση έξω, οι κυνηγημένοι, η Σιμόν, η Σαρλότ, οι εξεγερμένοι στις οθόνες. Το debate αρχίζει σαν σύγκρουση λόγων, γίνεται πείραμα και καταλήγει σε πράξεις που κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να ανακαλέσει.
3. Το «Μενού της Επανάστασης» είναι μια πολύ σκληρή μεταφορά — πώς καταλήξατε σε αυτή την εικόνα του συμποσίου/εγκλήματος;
Σκέφτηκα ότι η ιστορία των επαναστάσεων μπορεί να ειπωθεί και μέσα από ένα τραπέζι. Ποιοι κάθονται γύρω του; Ποιοι τρώνε, ποιοι υπηρετούν και ποιοι κοιτούν πεινασμένοι; Στη σκηνή υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι φορτωμένο με εκλεκτά εδέσματα. Ο Σαντ αισθάνεται στο φυσικό του περιβάλλον. Ο Μαρά βλέπει αυτή την αφθονία ως προσβολή απέναντι σε όσους δεν έχουν ούτε ψωμί. Το τραπέζι γίνεται σχεδόν ένας ακόμη ηθοποιός. Από τόπος απόλαυσης μετατρέπεται σε τόπο αντιπαράθεσης και τελικά εγκλήματος. Και πίσω από όλα μένει ένα ερώτημα: ο πεινασμένος θέλει να μοιραστεί το φαγητό ή θέλει να πάρει τη θέση εκείνου που τρώει;
4. Πόσο καιρό σας απασχολούσε το ερώτημα «πότε η βία γίνεται έγκλημα και πότε ιστορική αναγκαιότητα» πριν αποφασίσετε να γράψετε το έργο;
Δεν μπορώ να πω πότε άρχισε. Ανήκω στη γενιά του Πολυτεχνείου, μια γενιά που έζησε την ανάγκη της αντίστασης, της εξέγερσης, αλλά και τις μεγάλες προσδοκίες που γεννήθηκαν τότε. Με απασχολεί η σχέση ανάμεσα στο δίκαιο ενός αγώνα και στα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επικρατήσει. Δεν μπορούμε να εξισώνουμε τη βία του καταπιεστή με την αντίσταση εκείνου που καταπιέζεται. Θα ήταν ιστορικά άδικο. Αλλά πού βρίσκεται το σημείο όπου η αντίσταση αρχίζει να αναπαράγει τη βαρβαρότητα που πολεμά; Αυτό με οδήγησε στον Μαρά. Καταλαβαίνω την οργή του απέναντι στην κοινωνική αδικία. Με τρομάζει όμως η στιγμή όπου η βεβαιότητα για το δίκιο του μετατρέπεται σε δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή των άλλων.
5. Δυσκολευτήκατε να διαχωρίσετε τον εαυτό σου ως συγγραφέα/σκηνοθέτη από τον χαρακτήρα που ερμηνεύετε επί σκηνής;
Ναι, περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Ως συγγραφέας μπορώ να κρατώ κάποια απόσταση. Ως σκηνοθέτης οφείλω να υπερασπίζομαι τη θεατρική αλήθεια όλων των προσώπων. Όταν όμως ανεβαίνω στη σκηνή και γίνομαι ο Μαρά, αυτή η απόσταση εξαφανίζεται. Δεν μπορείς να τον παίξεις ούτε ως τέρας ούτε ως ήρωα. Ως ηθοποιός πρέπει να πιστέψω στα επιχειρήματά του τη στιγμή που τα εκφέρω. Ως συγγραφέας και σκηνοθέτης πρέπει να τα υποβάλλω σε αυστηρή δοκιμασία. Κι έτσι συμβαίνει κάτι παράξενο: ο ηθοποιός αρχίζει να αμφισβητεί τον συγγραφέα και ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μη χαρίσει το δίκιο σε κανέναν.
6. Ποια είναι η φράση ή εικόνα του έργου που, ελπίζετε θα μείνει στο μυαλό του θεατή φεύγοντας;
Υπάρχει μια στιγμή όπου ο Μαρά ρωτά τον Πειραματιστή γιατί τους έφερε εκεί. «Για απαντήσεις», του λέει. Ο Μαρά ρωτά ποιοι ζητούν απαντήσεις και ο Πειραματιστής δείχνει προς την πλατεία: «Όλοι. Εμείς… Αυτοί… Εκεί στο σκοτάδι…». Και ύστερα λέει: «Νομίζουν ότι είναι θεατές… και ότι δεν συμμετέχουν». Αυτή είναι ίσως η φράση που θα ήθελα να ακολουθήσει τον θεατή φεύγοντας. Έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε πολέμους, εξεγέρσεις και κοινωνικές αδικίες σαν να συμβαίνουν κάπου αλλού. Η παράσταση προσπαθεί να διαταράξει αυτή την ασφαλή απόσταση. Δεν θέλω ο θεατής να φύγει έχοντας λύσει το πρόβλημα της βίας. Θα ήθελα να φύγει αισθανόμενος ότι οι ερωτήσεις δεν απευθύνονται μόνο στους ανθρώπους της σκηνής. Απευθύνονται και σε εκείνον

Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
Πηγή: www.ertnews.gr

